Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΕΡΙ ΔΟΥΛΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ


Η αρχαία ελληνική οικονομία ουδέποτε βασίστηκε στη δουλεία.
Παραγωγική βάση της αρχαίας ελληνικής οικονομίας η εργασία του μή δουλοκτήτη ανεξάρτητου τεχνίτη και αγρότη (Καρλ Μαρξ).

Eίναι γνωστό, ότι η ιστορική αναζήτηση κατά τη διάρκεια του «περάσματός» της στον πολύ κόσμο υφίσταται έναν σωρό παραμορφώσεις σε σημείο, ώστε στην κατάληξή της να έχει πλέον περιβληθεί με μία σκληρή, σχεδόν αδιαπέραστη, κρούστα από ιδεοληψίες, ρομαντισμό, ανακρίβειες, ωραιοποιήσεις, φαντασιώσεις, πλάνες, απαράδεκτες γενικεύσεις και μυθεύματα.
Ένα από τα μυθεύματα, που μάλιστα θεωρείται και το πλέον «αυταπόδεικτο» από τους αδαείς, είναι το ότι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός βασίστηκε στη δουλεία και συνακόλουθα ότι ο πολιτισμός αυτός δεν θα είχε υπάρξει, αν δεν υπήρχαν οι δούλοι της αρχαίας Ελλάδας. Σε οποιαδήποτε προσπάθεια νηφάλιας και επιστημονικής εξέτασης του φαινομένου της δουλείας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο η συντριπτική πλειοψηφία αυτού του χωρίς ιστορική αυτογνωσία λαού θα κατευθύνει τον δείκτη της προς τον Παρθενώνα και θα ρωτήσει αποστομωτικά: «Κι “αυτό” ποιός το έφτιαξε; Οι δούλοι δεν το έφτιαξαν;».


Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΕΙ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ "ΑΓΑΠΗ"

Η ΦΙΛΙΑ ΚΑΙ Ο ΕΛΕΟΣ
Οι αρχαιοελληνικές έννοιες και η διαστρέβλωσή τους από την υποκριτική χριστιανική ηθική


Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί  απόσπασμα σεμιναρίου του Κορνήλιου Καστοριάδη στην Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού (1983), το οποίο έχει συμπεριληφθεί στην  "Ελληνική ιδιαιτερότητα, Τόμος Β΄, Η Πόλις και οι νόμοι" (εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2008, μετάφραση: Ζωή Καστοριάδη.Τίτλος εικόνες και τονισμένα στοιχεία, δικά μου- Θ.Λ.)




   Επομένως τί είναι αυτό που χαρακτηρίζει τις διαπροσωπικές σχέσεις στην Ελλάδα; Θα έβλεπα δύο πολύ σημαντικά στοιχεία, που εκφράζονται με τις λέξεις φιλία και έλεος. Ας αρχίσουμε από την πρώτη. Ο Αριστοτέλης, για τον οποίο σας είπα ήδη ότι είναι παραδόξως ο κατ’ εξοχήν φιλόσοφος της κλασικής πόλης, θα τη συζητήσει δια μακρών. Έχουμε συνηθίσει, μετά από τους Ρωμαίους, να μεταφράζουμε αυτή τη λέξη ως «amitié» («φιλική σχέση»), καθόλου δόκιμη απόδοση. Η φιλία προέρχεται από το ρήμα φιλώ, που σημαίνει αγαπώ. Όχι αγαπώ ερωτικά, αν και αυτό το νόημα είναι επίσης δυνατό. Η φιλία είναι το γένος, που σαν επιμέρους είδη του έχει τις διάφορες μορφές συναισθημάτων, που μπορούν να συνδέσουν τα άτομα. Και στην ελληνική πόλη, η φιλία έχει πολύ σημαντικές θεσμικές πτυχές. Βεβαίως, πρόκειται κυρίως για τη φιλική σχέση μεταξύ ανδρών, συχνά βάσει άτυπων πολιτικών συνδέσμων που ονομάζονται εταιρείαι, ενώ ο Πλάτων, όπως και ο Αριστοτέλης, θα πουν δικαίως, ότι η φιλία είναι κατ’ εξοχήν ο τύπος σχέσης, που μπορεί να ευδοκιμήσει και να αναπτυχθεί σε μια ελεύθερη κοινότητα και ότι μια τέτοια κοινότητα την προϋποθέτει. Κατά κανόνα, η τυραννία δεν μπορεί να ανεχθεί τη φιλίαν2. O τύραννος έχει κάθε συμφέρον να εμποδίσει την, ανεξάρτητα από αυτό τον ίδιο, δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, που θα μπορούσαν να ευνοήσουν τον αγώνα εναντίον της εξουσίας του και, εν πάση περιπτώσει, τη σύσταση μέσα στην κοινωνία ενός κέντρου αναφοράς που διαφεύγει του ελέγχου του. 


«ΕΠΙΚΗΔΕΙΕΣ» ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΟ Δ. ΧΡΙΣΤΟΥΛΑ

  clip_image002

 

«Επικήδειες» σκέψεις για τον φαρμακοποιό Δ. Χριστούλα, που αυτοκτόνησε έξω από τη Βουλή «λόγω οικονομικής κρίσης»




Πόσο καλύτερα θα ήταν για την αυτοεκτίμησή σου, αν αντί στον εαυτό σου, έστρεφες το όπλο εναντίον κάποιου από τους τόσους πολιτικάντηδες, ή τα τόσα ένστολα οπλισμένα μαντρόσκυλα, που βρίσκονταν στο κτίριο έξω από το οποίο αυτοκτόνησες…

Πόσο καλύτερα θα ήταν για την προσωπική σου εξέλιξη, αν είχες καταφέρει να απαλλαγείς από τη χριστιανική σου ανατροφή (ακόμα κι αν, όπως λένε, δήλωνες αριστερός, ή άθεος), δηλαδή από την ολέθρια ανατροφή της αυτοενοχοποίησης, της αυτολύπησης και του μίζερου καθημερινού «επιούσιου άρτου» …

Πόσο καλύτερα θα ήταν αν είχες δώσει ένα πολεμικό παράδειγμα εξωστρέφειας και αξιοπρέπειας, αντί ένα ασιατικό παράδειγμα παθητικότητας, εσωστρέφειας, μάρτυρα… Αν είχες ανταποδώσει το χτύπημα, αντί να γυρίσεις και το άλλο μάγουλο…


Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΘΑ ΚΑΕΙ ΚΙ Η ΓΟΥΝΑ ΤΟΥΣ...

 Ο βυζαντινός τρόπος,
που διδάσκεται το μάθημα της έκθεσης στη νεοελλάδα

 
Το θέμα της έκθεσης των φετινών πανελληνίων εξετάσεων:

«Η μάχη του ανθρώπου δεν θα χαθεί ενόσω θα υπάρχει καταφυγή του Λόγου, το βιβλίο.
Συχνά παρατηρείται πολλοί μαθητές να καταστρέφουν τα σχολικά τους βιβλία στα προαύλια των σχολείων κατά το τέλος του σχολικού έτους. Σε άρθρο που θα δημοσιευθεί στη σχολική σας εφημερίδα να αιτιολογήσετε το παραπάνω φαινόμενο και να αναφερθείτε στους τρόπους που θα συμβάλουν στην αρμονική συνύπαρξη του βιβλίου με τα ηλεκτρονικά μέσα πληροφόρησης και γνώσης.»

Σύμφωνα με τα όσα είναι γραμμένα στα εκάστοτε αναλυτικά προγράμματα διδασκαλίας, σκοπός του μαθήματος της έκθεσης είναι κυρίως το να καλλιεργήσουν οι μαθητές την εκφραστική και τη συλλογιστική τους ικανότητα.
Ωστόσο και εδώ (όπως και στη διδασκαλία των μαθηματικών, των αρχαίων και νέων ελληνικών κ.λπ.) αυτό που τελικά διαιωνίζεται είναι μια στείρα, ετοιματζίδικη και αποθαρρυντικά δύσχρηστη «γνώση», η οποία δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο δημιουργικής εμπέδωσής της και έμπρακτης δικαίωσης-χρησιμότητάς της. Η σχολική εκπαίδευση στην νεοελλάδα διαιώνιζε ανέκαθεν τον βυζαντινό σχολαστικισμό. Γι’ αυτό και η φυσιολογική απέχθεια των περισσοτέρων νεοελλήνων μαθητών για τα μαθηματικά, ή τα αρχαία ελληνικά, τις δύο θεμελιώδεις συνιστώσες τόσο του αρχαίου ελληνικού, όσο και του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού (αλλά και η απέχθεια για το ίδιο το σχολείο, κάτι που εκφράζεται «εθιμοτυπικά» κάθε τέλος σχολικής χρονιάς με το, σχεδόν τελετουργικό, κάψιμο των καταθλιπτικών νεοελληνικών σχολικών εγχειριδίων –και όχι «βιβλίων»). Αν και στην πραγματικότητα δεν πρόκειται περί απέχθειας για τα μαθήματα καθαυτά αλλά, για τον αντιμαθησιακό και αντιδημιουργικό τρόπο με τον οποίο διδάσκονται: δεν είναι τυχαίο ότι οι νεοέλληνες έφηβοι δείχνονται απείρως πιο δημιουργικοί εκτός σχολείου (π.χ. σε ό,τι έχει να κάνει με Η/Υ, ή με άλλη εξωσχολική μόρφωση, πληροφόρηση, βιβλία κλπ.), κάτι που επαληθεύει ότι το πρόβλημα είναι με το σχολείο και όχι με τα παιδιά μας.


ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ – ΘΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΙΣΜΟΥ


  Πολύ πριν την έκρηξη της επανάστασης του 1821 είχε εκδηλωθεί η σύγκρουση του πνεύματος του Διαφωτισμού με την ιδεολογία της βυζαντινοκρατίας. Στόχοι των δύο πλευρών ήσαν, για την μεν πρώτη η ολοκλήρωση της επανάστασης ως κοινωνικής διαδικασίας, που θα οδηγούσε σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινωνία, ενώ για την δεύτερη, η αναχαίτιση του επαναστατικού κύματος και η ταπεινωτική επιστροφή του ελληνικού έθνους στην «θείω βουλήματι ισχυράν βασιλείαν» (πατριάρχη Ιερουσαλήμ, Άνθιμου, «Πατρική Διδασκαλία», 1798) των οθωμανών.
Μετεπαναστατικά η σύγκρουση συνεχίστηκε, έχοντας μετασχηματιστεί σε προσπάθεια των δύο πλευρών για τον ιδεολογικό έλεγχο του νεοπαγούς κρατιδίου. Με το πέρασμα αρκετών δεκαετιών οι προσκείμενες στον Διαφωτισμό φωνές προοδευτικά  σίγησαν, όχι όμως χωρίς την ουσιαστική συνδρομή ενός, επί τούτου δημιουργηθέντος, παρακράτους, και των ενδοεξουσιαστικών διαπλοκών και μηχανισμών καταστολής, που αυτό εξέθρεψε.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1870 η πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πνευματική κατάσταση στη χώρα μόνο επιφανειακά πλέον μοιάζει με αυτή, που επιδίωξαν η επανάσταση και οι έλληνες Διαφωτιστές. Στην πραγματικότητα η νέα Ελλάδα έχει εκφυλλιστεί σε ένα νεοβυζαντινού τύπου μόρφωμα, στο οποίο η θεοκρατία έχει επιστρέψει, όπως το σκουλήκι σε έναν φαινομενικά υγιή καρπό και (σε αγαστή συνεργασία με τους απογόνους των κοτσαμπασήδων της τουρκοκρατίας και των βυζαντινοθρεμμένων φαναριωτών πολιτικάντηδων)  κυβερνά ανενόχλητη, άλλοτε παρασκηνιακά και άλλοτε απροκάλυπτα.
Η μετάσταση του καρκινώματος της βυζαντινοκρατίας στο σύνολο σχεδόν των θεσμών (στις τρεις «διακριτές» εξουσίες, στην παιδεία κ.λπ., αλλά και στην οικονομία) είναι τόσο προχωρημένη, ώστε η τελευταία δεν διστάζει προ ουδενός μέσου, προκειμένου να εξοντώσει φυσικά ή ψυχικά όποιον της αντιστέκεται και να επιβάλλει σιγή νεκροταφείου στην κοινωνία. Με νόμους – παρωδίες και δίκες – οπερέτες, ακόμη και αγωνιστές της επανάστασης, όπως ο Θεόφιλος Καϊρης, φυλακίζονται και δολοφονούνται σε μπουντρούμια μοναστηριών, ενώ το φόβητρο του θρησκευτικού αφορισμού επισείεται -όπως προ και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης- εναντίον κάθε φωνής, που θυμίζει Διαφωτισμό, ευνομούμενη κοινωνία, υποψιασμένους πολίτες κ.λπ..
Από αυτήν την κατάσταση δεν διέφυγε ούτε η -συνήθως ανεκτή- καλλιτεχνική ελευθεριότητα. Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο πρέπει να ενταχθούν και οι διώξεις στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα εναντίον σημαντικών νεοελλήνων λογοτεχνών, όπως ο Εμμανουήλ Ροϊδης,  ο Ανδρέας Λασκαράτος κ.α..


ΔΙΑΦΘΟΡΑ- ΔΙΑΠΛΟΚH: ΑΠΟ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΣΤΟ ΒΑΤΟΠΕΔΙ

Πώς η βυζαντινή κοινωνική παθογένεια αναγεννήθηκε κατά την τουρκοκρατία κι επιβιώνει  στη σύγχρονη Ελλάδα

   Είναι ιστορικά δοκιμασμένη η τακτική των κάθε λογής κατακτητών να μήν εγκαθιδρύουν άμεσα την εξουσία τους, αλλά να χρησιμοποιούν γι’ αυτόν τον σκοπό τον προϋπάρχοντα εξουσιαστικό μηχανισμό, αφού πρώτα τον επανδρώσουν με φίλα προσκείμενους εντόπιους τοποτηρητές. Οι κατακτημένοι υπακούν ευκολότερα στους «δικούς» τους παρά στους ξένους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο π.χ. οι ναζί χρησιμοποίησαν τους διοικητικούς μηχανισμούς (υπουργεία, αστυνομίες κλπ.) των κατακτημένων από αυτούς χωρών, διορίζοντας απλώς κυβερνήσεις-ανδρείκελα σε Γαλλία, Νορβηγία, Ελλάδα κ.α..
     Κάτι ανάλογο συνέβη και με την οθωμανική κατάκτηση του ελλαδικού χώρου. Οι οθωμανοί βασίστηκαν στους υλικοπνευματικούς κυριάρχους του ελλαδικού πληθυσμού, στους ίδιους ακριβώς, οι οποίοι στήριζαν και συνιστούσαν την πρότερη «βυζαντινή» εξουσία.  Πρόκειται ουσιαστικά για τις κάστες των ανωτέρων κληρικών της ανατολικής («ορθόδοξης») χριστιανικής εκκλησίας, των οικονομικώς ισχυρών (μεγάλων γαιοκτημόνων, μετέπειτα κοτσαμπασήδων) και των πολιτικών στελεχών ( μετέπειτα φαναριωτών) τής καταλυθείσας πρώην «βυζαντινής» αυτοκρατορίας.
     Οι κάστες αυτές επιβιώνουν ελαφρώς παραλλαγμένες αλλά, εξίσου ισχυρές και στη σημερινή Ελλάδα. Αποτελούν δε, κάστες διότι, συγκεντρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά κλειστών, και αποκομμένων από την κοινωνία, ομάδων διατήρησης μακροχρόνια κεκτημένων προνομίων, παρά το ότι δεν βασίζονται αποκλειστικά στους δεσμούς αίματος για την ανανέωσή τους σε έμψυχο δυναμικό.
     Οι κάστες αυτές διαπλέκονται σταθερά ως προς τη συμφεροντολογική δράση τους, καθ’ όλη τη διάρκεια του βυζαντινού μεσαίωνα, της τουρκοκρατίας και της νεώτερης Ελλάδας. Η διαπλοκή συνάπτεται ως άτυπη κοινωνική συμφωνία και ολοκληρώνεται μέσα από την αφανή και, γι’ αυτό, πανίσχυρη δομή τού λεγόμενου σιναφιού.


Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΧΕΡΜΠΕΡΤ ΜΑΡΚΟΥΖΕ

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ  ΜΟΡΦΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ  ΕΛΕΓΧΟΥ


  Αδυναμία ορισμού μιας αληθινά ελεύθερης κοινωνίας  με τους παραδοσιακούς όρους  τής οικονομικής, πολιτικής και πνευματικής ελευθερίας

  Ο γερμανός Χέρμπερτ Μαρκούζε συγκαταλέγεται πλέον στη χορεία των σπουδαιοτέρων διανοητών τής μεταδιαφωτιστικής εποχής. Έργα του, όπως το «Έρως και Πολιτισμός» (1955) και «Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος» (1964), υπήρξαν από αυτά που παραμένουν στην εμπροσθοφυλακή τής σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής σκέψης. Ήταν από τους ελάχιστους εκείνους διανοητές (μαζί με τον Γκυ Ντεμπόρ, ή τον Κορνήλιο Καστοριάδη), που διαισθάνθηκαν  και εξέφρασαν  το κύμα  αμφισβήτησης τής σύγχρονης  βιομηχανικής κοινωνίας, το οποίο εκδηλώθηκε στη δεκαετία τού 1960 και σημάδεψε ανεξίτηλα τις δυτικές κοινωνίες. Η επιρροή του ειδικά στα νεανικά κινήματα και στη πολιτισμική κοσμογονία  τής δεκαετίας τού '60, υπήρξε εμφανέστατη και καθοριστική.
  Αναδημοσιεύω μερικά  διαχρονικά πλέον αποσπάσματα από τον «Μονοδιάστατο Άνθρωπο» (ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις Παπαζήση), που αποδεικνύουν, ότι η κλασική σκέψη είναι τέτοια, ακριβώς επειδή κατορθώνει να συλλάβει τα φαινόμενα και να μην παγιδευθεί στα επιφαινόμενα. 


   Χέρμπερτ Μαρκούζε (1898-1979).


    Ολοκληρωτισμός δεν είναι μόνο ο τρομοκρατικός πολιτικός ομοιομορφισμός, αλλά και ο μή τρομοκρατικός οικονομικο-τεχνικός ομοιομορφισμός, που λειτουργεί με τη χειραγώγηση των αναγκών στο όνομα ενός γενικού ψευτοσυμφέροντος. Κάτω από τέτοιες συνθήκες αποτελεσματική αντίσταση στο σύστημα δεν μπορεί να γίνει. Ο ολοκληρωτισμός δεν είναι μόνο μια ορισμένη μορφή κυβέρνησης ή κόμματος, είναι ακόμα κι ένα ειδικό σύστημα παραγωγής και διανομής, που εναρμονίζεται απόλυτα με τα «πολλά» κόμματα και τις εφημερίδες, με την «διάκριση των εξουσιών» κ.λπ..
  

Η ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΗΜΕΡΙΝΟΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ

H περί πατρίδας πολιτική αντίληψη των κλασικών ελλήνων και η νεώτερη προπαγανδιστική διαστροφή της σε “πατριωτισμό”, “εθνική ενότητα” και “εθνική ομοψυχία”


   Οι έλληνες δεν μάχονταν για «ιδέες», «ιδανικά» και άλλες ιδεολογικοποιημένες (αυτ)απάτες, αλλά για απόλυτα καθορισμένες και χειροπιαστές σημασίες, όπως  η πόλη – πατρίδα. Η τελευταία σε πλήρη αντίθεση με τον σημερινό συσκοτισμό της (βλ. «έθνος – κράτος») δεν ήταν μια ιδεολογική αφαίρεση· ήταν πρωταρχικά μια αυτοκυβερνώμενη ανθρώπινη κοινότητα, η οποία αυτοπροσδιοριζόταν κατεξοχήν πολιτικά (ανυπαρξία κυβέρνησης και κράτους, αυθεντική -δηλαδή άμεση- δημοκρατία χωρίς "εκλογές" και "αντιπροσώπους", αυθεντική πολιτική δραστηριότητα όπου η ίδια η κοινωνία αποφάσιζε απευθείας για τον εαυτό της, τους νόμους της κλπ.),  καταγωγικά (κοινός γεννήτορας και πρόγονοι), χρονικά (κοινή ιστορική διαδρομή), συνειδησιακά (κοινά έθιμα, θεσμοί, σημασίες, που όμως δεν είχαν επιβληθεί εκ των άνω, όπως συνέβη με τον χριστιανισμό, τον ισλαμισμό κλπ.) και,  μόνο δευτερευόντως, γεωγραφικά.
   Ο γεωγραφικός προσδιορισμός της πατρίδας φαίνεται, ότι ιεραρχείτο ως δευτερεύων, αφού αρκετές φορές υποχωρούσε υπό το βάρος άλλων, κοινωνικών, πολιτικών κ.ά. παραγόντων. Οι αναρίθμητες αποικίες των ελλήνων ιδρύθηκαν σε περιοχές, όπου αυτοί δεν μπορούσαν να επικαλεστούν κανένα γεωγραφικό παρελθόν και οι νέες ελληνικές πόλεις εγκαθιδρύθηκαν βασισμένες αποκλειστικά στους άλλους παράγοντες. Επίσης ο Θεμιστοκλής θεωρούσε δευτερεύοντα τον γεωγραφικό προσδιορισμό της Αθήνας, όταν απείλησε, πως αν οι υπόλοιποι έλληνες δεν επιθυμούσαν να δώσουν ναυμαχία στη Σαλαμίνα, οι αθηναίοι θα πήγαιναν να ξαναϊδρύσουν την πόλη τους στην Ιταλία. Βλ. επίσης τη ρήση στον Θουκυδίδη «άνδρες γαρ πόλις» («η πόλη είναι οι άνδρες της», Ζ΄ 77,) δηλαδή οι πολίτες της, που φέρουν παντού και πάντα την πολιτική τους διαπαιδαγώγηση και με αυτόν τον τρόπο δίνουν ύπαρξη στη πόλη. Αλλά και γενικότερα οι έλληνες δεν προσδιόριζαν την πόλη-πατρίδα με γεωγραφικούς όρους, αφού έλεγαν π.χ. «οι αθηναίοι», ή «οι κορίνθιοι» και ποτέ «η Αθήνα», ή «η Κόρινθος». Η πατρίδα για τους αρχαίους έλληνες ήταν κατά συνέπεια κάτι απολύτως κοινωνιοκεντρικά και όχι γεωγραφικά προσδιορισμένο, για το οποίο άξιζε να πεθάνει κάποιος, ακριβώς επειδή δέν άξιζε να ζει χωρίς αυτό. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι οι αρχαίοι έλληνες, σαν ο πρώτος πολιτικά ελεύθερος λαός της Ιστορίας, είναι οι εφευρέτες της πατρίδας.